Η επόμενη μέρα της επαγγελματικής συνταξιοδότησης στην Κύπρο
Η ανάγκη για μεταρρύθμιση και η σημασία της σωστής επιλογής
Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στην Κύπρο, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση του δεύτερου συνταξιοδοτικού πυλώνα, δηλαδή της επαγγελματικής αποταμίευσης που συμπληρώνει τη σύνταξη των Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Με το προσδόκιμο ζωής να αυξάνεται και τις δημογραφικές πιέσεις στα συνταξιοδοτικά συστήματα να εντείνονται, η ανάγκη δημιουργίας πρόσθετου εισοδήματος για την περίοδο της αφυπηρέτησης γίνεται ολοένα και πιο σημαντική. Η κρατική σύνταξη παραμένει η βάση της συνταξιοδοτικής προστασίας, αλλά δύσκολα μπορεί να αποτελεί τη μοναδική πηγή εισοδήματος για όσους επιθυμούν να διατηρήσουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης.
Σήμερα, η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στο πώς θα αποκτήσουν περισσότεροι εργαζόμενοι πρόσβαση σε οργανωμένα συνταξιοδοτικά σχέδια. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζουν τη διεύρυνση του θεσμού των Ταμείων Προνοίας, ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις εκφράζουν προβληματισμούς για το κόστος μιας ενδεχόμενης καθολικής και υποχρεωτικής εφαρμογής, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Κατά την άποψή μου, όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν η συμμετοχή στον δεύτερο πυλώνα θα καταστεί υποχρεωτική. Έχει εξίσου μεγάλη σημασία το πώς θα λειτουργεί το σύστημα, ποιες επιλογές θα προσφέρει και, κυρίως, πώς θα διασφαλίζεται ότι οι αποταμιεύσεις των εργαζομένων διαχειρίζονται σωστά.
Η επιτυχία μιας μεταρρύθμισης δεν εξαρτάται μόνο από τη νομοθεσία. Χρειάζεται να καλλιεργηθεί και μια διαφορετική νοοτροπία απέναντι στην αποταμίευση. Η προετοιμασία για τη συνταξιοδότηση πρέπει να ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής ζωής. Ακόμη και σχετικά μικρές, συστηματικές εισφορές μπορούν, σε βάθος χρόνου, να δημιουργήσουν σημαντικό συμπληρωματικό κεφάλαιο, αξιοποιώντας τη μακροχρόνια συσσώρευση των αποταμιεύσεων και των επενδυτικών αποδόσεων.
Αυτό προϋποθέτει και καλύτερη χρηματοοικονομική ενημέρωση. Δεν αρκεί να ενθαρρύνουμε τους εργαζομένους να αποταμιεύουν. Πρέπει να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν πού επενδύονται τα χρήματά τους, ποιους κινδύνους αναλαμβάνουν και ποιες επιλογές έχουν στη διάθεσή τους.
Το μέγεθος της επαγγελματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης στην Κύπρο δείχνει πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα. Σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία του Εφόρου Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών, στο τέλος του 2025 καταγράφονταν 575 Ταμεία Προνοίας και Σύνταξης και τέσσερα ασφαλιστικά σχήματα Κλάδου VII, με συνολικά περίπου 165.000 μέλη και περιουσιακά στοιχεία ύψους €4,99 δισ.
Αξιοσημείωτη είναι η ανάπτυξη των πολυεπιχειρησιακών Ταμείων Προνοίας. Μόλις 12 τέτοια Ταμεία συγκέντρωναν περίπου 89.000 μέλη και διαχειρίζονταν €1,98 δισ., ενώ τα τέσσερα ασφαλιστικά σχήματα Κλάδου VII κάλυπταν περίπου 19.000 μέλη, με περιουσιακά στοιχεία €340 εκατ.
Πίσω από αυτά τα ποσά βρίσκονται οι αποταμιεύσεις χιλιάδων εργαζομένων, οι οποίοι βασίζονται σε αυτές για τη μελλοντική οικονομική τους ασφάλεια. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η συζήτηση για την επέκταση της συνταξιοδοτικής κάλυψης πρέπει να συνοδεύεται και από μια εξίσου ουσιαστική συζήτηση: με ποια κριτήρια επιλέγουμε και αξιολογούμε ένα συνταξιοδοτικό σχέδιο;
Το ερώτημα αυτό συνδέεται και με μια πρόσφατη επαγγελματική μου εμπειρία. Κλήθηκα να συμμετάσχω στην αξιολόγηση εναλλακτικών λύσεων επαγγελματικής συνταξιοδότησης για έναν οργανισμό, εξετάζοντας την επιλογή μεταξύ πολυεπιχειρησιακών Ταμείων Προνοίας και ομαδικών ασφαλιστικών σχεδίων Κλάδου VII.
Έχοντας ασχοληθεί επαγγελματικά με τις επενδύσεις και τη διαχείριση συνταξιοδοτικών κεφαλαίων, γνώριζα ότι μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να βασίζεται απλώς στις αποδόσεις και στις χρεώσεις που παρουσιάζουν οι πάροχοι. Στην αξιολόγηση εξετάσαμε τη νομική και συμβατική δομή των σχεδίων, τη διακυβέρνηση, την επενδυτική πολιτική, το πραγματικό κόστος, τις δυνατότητες πρόσβασης στις αποταμιεύσεις και την προστασία των δικαιωμάτων των μελών.
Πρόκειται για ζητήματα που δεν είναι πάντοτε εμφανή στις αρχικές παρουσιάσεις, παρότι μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά για τον εργοδότη και, κυρίως, για τους εργαζομένους.
Σκοπός του άρθρου δεν είναι να παρουσιάσει τη μία επιλογή ως καλύτερη από την άλλη. Είναι να αναδείξει ορισμένα από τα ζητήματα που, με βάση την επαγγελματική μου εμπειρία, θεωρώ ότι πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά πριν από την επιλογή ενός συνταξιοδοτικού σχεδίου.
Δύο διαφορετικές δομές, κοινός συνταξιοδοτικός σκοπός
Τα Ταμεία Προνοίας και τα ομαδικά ασφαλιστικά σχέδια Κλάδου VII εξυπηρετούν τον ίδιο βασικό σκοπό: τη δημιουργία συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων για τους εργαζομένους. Ωστόσο, διαφέρουν ως προς τη νομική τους δομή, τη διοίκηση και τον τρόπο με τον οποίο προστατεύονται τα δικαιώματα των μελών.
Ένα Ταμείο Προνοίας αποτελεί ξεχωριστό επαγγελματικό συνταξιοδοτικό ίδρυμα, με δική του περιουσία, Κανόνες Λειτουργίας και Διαχειριστική Επιτροπή. Υπάγεται στον Ν.10(Ι)/2020, ο οποίος ενσωματώνει την ευρωπαϊκή Οδηγία IORP II, και εποπτεύεται από τον Έφορο Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών. Μια επιχείρηση μπορεί να διατηρεί δικό της Ταμείο ή να συμμετέχει σε πολυεπιχειρησιακό Ταμείο μαζί με άλλους εργοδότες.
Στον Κλάδο VII, η επαγγελματική αποταμίευση οργανώνεται μέσω ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου με ασφαλιστική εταιρεία. Τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με τα συγκεκριμένα συμβόλαια υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες καταχώρισης και προστασίας. Η εποπτεία ασκείται από τον Έφορο Ασφαλίσεων, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες υπόκεινται και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο περιλαμβάνει απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, διαχείρισης κινδύνων και διακυβέρνησης.
Η διαφορά, λοιπόν, δεν είναι ότι η μία επιλογή εποπτεύεται και η άλλη όχι. Είναι ότι λειτουργούν με διαφορετικούς μηχανισμούς διοίκησης και προστασίας. Στα ΙΕΣΠ, κεντρικό ρόλο έχει η Διαχειριστική Επιτροπή και η αυτοτελής περιουσία του Ταμείου. Στον Κλάδο VII, η προστασία βασίζεται στο ασφαλιστικό συμβόλαιο, στις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας και στο εφαρμοστέο εποπτικό πλαίσιο.
Αυτό που ενδιαφέρει τελικά τον εργοδότη και τον εργαζόμενο είναι ποιος αποφασίζει για τις επενδύσεις, ποιος ελέγχει τον διαχειριστή, ποιος εκπροσωπεί τα μέλη και ποια δικαιώματα υπάρχουν όταν κάτι πάει στραβά. Καμία από τις δύο δομές δεν εξαλείφει τους επενδυτικούς κινδύνους ούτε εγγυάται από μόνη της την προστασία από κάθε οικονομική ζημιά.
Με αυτή τη βάση, αξίζει να εξετάσουμε ορισμένα πρακτικά ζητήματα που διαφοροποιούν τις δύο επιλογές και τα οποία θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά κατά την αξιολόγηση ενός συνταξιοδοτικού σχεδίου.
1. Δάνειο από το Ταμείο ή ανάληψη από το ασφαλιστήριο;
Ας υποθέσουμε ότι ένας εργαζόμενος έχει συσσωρεύσει €50.000 στο συνταξιοδοτικό του σχέδιο και χρειάζεται €10.000 για μια έκτακτη οικονομική ανάγκη. Μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά τα χρήματα; Και, κυρίως, τι συμβαίνει με τις αποταμιεύσεις του όταν τα λάβει;
Στα Ταμεία Προνοίας (ΙΕΣΠ), η νομοθεσία επιτρέπει τη χορήγηση δανείων προς τα μέλη, εφόσον αυτό προβλέπεται από τους Κανόνες Λειτουργίας και πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Το ανώτατο ποσό μπορεί να φτάσει μέχρι το 45% του ποσού που θα δικαιούνταν το μέλος σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους περιορισμούς.
Εδώ υπάρχει μια σημαντική διαφορά στον λογιστικό χειρισμό. Όταν το Ταμείο χορηγεί δάνειο €10.000, δημιουργείται μια αντίστοιχη απαίτηση έναντι του μέλους (loan receivable), η οποία παραμένει περιουσιακό στοιχείο του Ταμείου. Συνεπώς, δεν πρόκειται για καταβολή συνταξιοδοτικού ωφελήματος ούτε για οριστική απόσυρση κεφαλαίου από το Ταμείο. Τα €10.000, βέβαια, δεν παραμένουν επενδυμένα στις ίδιες αγορές, αλλά αντιπροσωπεύονται πλέον από μια δανειακή απαίτηση που αποφέρει τόκους. Ο τρόπος με τον οποίο αυτό επηρεάζει την ατομική μερίδα εξαρτάται από τους κανόνες και τη λογιστική πρακτική του συγκεκριμένου Ταμείου.
Στον Κλάδο VII, η εικόνα μπορεί να είναι διαφορετική. Σε σχέδια όπου η πρόσβαση στα χρήματα γίνεται μέσω προσωρινής ρευστοποίησης επενδυτικών μονάδων, η επενδυμένη αξία του μέλους μειώνεται, στο παράδειγμά μας, από €50.000 σε €40.000. Εάν προβλέπεται μεταγενέστερη επαναγορά, αυτή θα γίνει στις τιμές που θα ισχύουν τότε. Αν οι αγορές έχουν ανέβει, το μέλος θα χρειαστεί περισσότερα χρήματα για να αποκτήσει τον ίδιο αριθμό μονάδων. Αν έχουν υποχωρήσει, μπορεί να συμβεί το αντίθετο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα σχέδια Κλάδου VII λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένα μπορεί να προσφέρουν πραγματικό δανεισμό αντί προσωρινής ρευστοποίησης. Χρειάζεται επομένως να εξετάζονται οι συγκεκριμένοι όροι κάθε ασφαλιστηρίου.
Προσοχή χρειάζεται και στο επιτόκιο, το οποίο μπορεί να είναι σταθερό ή κυμαινόμενο, ανάλογα με το σχέδιο. Μια αρχικά χαμηλή χρέωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το κόστος θα παραμείνει το ίδιο μέχρι την αποπληρωμή.
Για μένα, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο εργαζόμενος μπορεί να λάβει τα €10.000. Είναι τι συμβαίνει με τις αποταμιεύσεις του, πόσο πραγματικά θα του κοστίσει η διευκόλυνση και ποιες υποχρεώσεις θα έχει, ιδιαίτερα εάν αποχωρήσει από την εργασία του πριν εξοφλήσει το ποσό.
2. Τι συμβαίνει όταν ο εργοδότης δεν καταβάλλει τις εισφορές;
Τι συμβαίνει όταν ένας εργοδότης δεν καταβάλλει τις εισφορές στο συνταξιοδοτικό σχέδιο των εργαζομένων του; Το πρόβλημα μπορεί να αφορά είτε τις δικές του εργοδοτικές εισφορές είτε ποσά που έχουν ήδη παρακρατηθεί από τους μισθούς των εργαζομένων, χωρίς να αποδοθούν στον συνταξιοδοτικό φορέα.
Στα Ταμεία Προνοίας (ΙΕΣΠ), η Διαχειριστική Επιτροπή έχει υποχρέωση να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη των καθυστερημένων εισφορών. Σύμφωνα με τον Ν.10(Ι)/2020, οφείλει επίσης να ενημερώνει γραπτώς τον Έφορο ΙΕΣΠ εντός δύο μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους. Η νομοθεσία προβλέπει επιβάρυνση των καθυστερημένων εισφορών με τον νόμιμο τόκο, ενώ οι Κανόνες Λειτουργίας μπορούν να προβλέπουν υψηλότερο επιτόκιο.
Στα ασφαλιστικά σχέδια Κλάδου VII υπάρχουν επίσης συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης. Σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη καταβολής εισφορών, η ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να ενημερώνει τον ιδιοκτήτη του ασφαλιστηρίου εντός ενός μηνός και τα μέλη εντός δύο μηνών, πληροφορώντας τα για τα διαθέσιμα νομικά μέσα προστασίας των δικαιωμάτων τους. Όπου προβλέπεται, ενημερώνεται και ο Έφορος Ασφαλίσεων.
Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν, υπάρχουν μηχανισμοί προστασίας, αλλά διαφέρουν οι διαδικασίες και τα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη να ενεργήσουν. Στο ΙΕΣΠ, ο εργαζόμενος μπορεί να απευθυνθεί στη Διαχειριστική Επιτροπή και στον αρμόδιο Έφορο. Στον Κλάδο VII, μπορεί να ζητήσει ενημέρωση από την ασφαλιστική εταιρεία και τον εργοδότη του και να εξετάσει τα δικαιώματα που του παρέχουν η νομοθεσία και οι όροι του ασφαλιστηρίου.
Για τον εργαζόμενο, το σημαντικό είναι να γνωρίζει εάν οι εισφορές του καταβάλλονται κανονικά, ποιος έχει την ευθύνη παρακολούθησής τους και πού μπορεί να απευθυνθεί όταν διαπιστώσει κάποιο πρόβλημα. Η ύπαρξη διαδικασιών προστασίας έχει πραγματική αξία όταν αυτές εφαρμόζονται έγκαιρα και αποτελεσματικά.
3. Τι συμβαίνει όταν ο διαχειριστής προκαλέσει οικονομική ζημιά;
Τι συμβαίνει όταν οι συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις υποστούν ζημιά όχι λόγω της πορείας των αγορών, αλλά εξαιτίας αμέλειας, λανθασμένων χειρισμών ή παράβασης υποχρεώσεων από εκείνους που έχουν αναλάβει τη διαχείρισή τους; Ποιος φέρει την ευθύνη και πώς μπορεί να προστατευθεί ο εργαζόμενος;
Στα Ταμεία Προνοίας (ΙΕΣΠ), η Διαχειριστική Επιτροπή έχει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση του Ταμείου με τη νομοθεσία, ακόμη και όταν αναθέτει τη διαχείριση των επενδύσεων σε εξωτερικούς επαγγελματίες. Τα μέλη μπορούν να απευθυνθούν στην Επιτροπή ή στον Έφορο ΙΕΣΠ και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να διεκδικήσουν δικαστικά τα δικαιώματά τους. Ανάλογα με την περίπτωση, ευθύνη μπορεί να προκύπτει τόσο για τα αρμόδια όργανα του Ταμείου όσο και για τον εξωτερικό διαχειριστή.
Στον Κλάδο VII, η σχέση είναι διαφορετική. Ο εργοδότης είναι συνήθως ο συμβαλλόμενος στο ομαδικό ασφαλιστήριο, ενώ οι εργαζόμενοι συμμετέχουν ως ασφαλισμένα μέλη ή δικαιούχοι. Η ασφαλιστική εταιρεία έχει συγκεκριμένες συμβατικές και εποπτικές υποχρεώσεις, ενώ τα μέλη μπορούν να υποβάλλουν παράπονα απευθείας σε αυτήν και, όπου προβλέπεται, να επιδιώκουν νομική προστασία. Το κατά πόσο μπορούν να στραφούν απευθείας εναντίον της ασφαλιστικής για αποζημίωση εξαρτάται από τη φύση της παράβασης, τους όρους του ασφαλιστηρίου και τη νομοθεσία.
Χρειάζεται, βέβαια, να ξεχωρίζουμε την επενδυτική ζημιά από την πλημμελή διαχείριση. Μια αρνητική απόδοση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο διαχειριστής ενήργησε λανθασμένα ή παραβίασε τις υποχρεώσεις του. Ούτε η ύπαρξη εποπτείας σημαίνει ότι κάθε ζημιά αποζημιώνεται.
Για μένα, ένα από τα βασικά κριτήρια επιλογής συνταξιοδοτικού σχεδίου είναι να γνωρίζει ο εργαζόμενος ποιος λαμβάνει τις επενδυτικές αποφάσεις, ποιος ελέγχει τον διαχειριστή και, κυρίως, σε ποιον μπορεί να απευθυνθεί εάν θεωρεί ότι οι αποταμιεύσεις του έχουν υποστεί ζημιά λόγω κακής διαχείρισης. Η λογοδοσία πρέπει να είναι ξεκάθαρη από την αρχή και όχι να αναζητείται όταν παρουσιαστεί το πρόβλημα.
4. Πώς προστατεύονται οι αποταμιεύσεις εάν καταρρεύσει ο πάροχος;
Τι συμβαίνει με τις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις εάν ο εργοδότης, ο διαχειριστής επενδύσεων ή η ασφαλιστική εταιρεία αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα; Εδώ οι δύο συνταξιοδοτικές δομές παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ως προς τους μηχανισμούς προστασίας τους.
Στα Ταμεία Προνοίας (ΙΕΣΠ), οι αποταμιεύσεις αποτελούν περιουσία ξεχωριστής νομικής οντότητας, ανεξάρτητης από τον εργοδότη και τον εξωτερικό διαχειριστή επενδύσεων. Αυτός ο διαχωρισμός σημαίνει ότι ενδεχόμενη πτώχευση του εργοδότη ή του διαχειριστή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου περιέρχονται στους πιστωτές τους. Δεν αποκλείει, ωστόσο, επενδυτικές ζημιές ή προβλήματα ρευστότητας.
Στον Κλάδο VII, η προστασία λειτουργεί διαφορετικά. Τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με τα ασφαλιστήρια υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες καταχώρισης και εποπτείας, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες υπόκεινται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο προβλέπει απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, διαχείρισης κινδύνων και διακυβέρνησης. Ο δείκτης φερεγγυότητας αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης μιας ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς όμως να συνιστά εγγύηση πλήρους προστασίας των συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα πολυεπιχειρησιακό Ταμείο Προνοίας είναι απαλλαγμένο από κινδύνους. Ένα χαρτοφυλάκιο με υπερβολική συγκέντρωση σε ακίνητα ή άλλες επενδύσεις περιορισμένης ρευστότητας μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην καταβολή ωφελημάτων, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης.
Κατά την αξιολόγηση ενός συνταξιοδοτικού σχεδίου, θεωρώ σημαντικό να εξετάζουμε όχι μόνο τη νομική του δομή, αλλά και τη χρηματοοικονομική κατάσταση του παρόχου, την ποιότητα των επενδύσεων, τη ρευστότητα και τους μηχανισμούς προστασίας των μελών.
Για τον εργαζόμενο, το ερώτημα είναι απλό: εάν αύριο ο φορέας που διαχειρίζεται τις αποταμιεύσεις μου αντιμετωπίσει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, τι θα συμβεί με τα χρήματά μου και ποιος θα προστατεύσει τα δικαιώματά μου;
5. Επενδυτικές αποδόσεις και πραγματικό κόστος: Πώς συγκρίνουμε σωστά τις δύο επιλογές;
Μια απόδοση 8% μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται καλύτερη από μια απόδοση 5%. Είναι όμως πράγματι έτσι; Αφορούν την ίδια χρονική περίοδο, έχουν υπολογιστεί με τον ίδιο τρόπο και προέρχονται από χαρτοφυλάκια με παρόμοιο επενδυτικό κίνδυνο; Μια υψηλότερη απόδοση μπορεί απλώς να οφείλεται σε μεγαλύτερη έκθεση σε μετοχές ή άλλες επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου και όχι απαραίτητα σε καλύτερη διαχείριση.
Για να έχει νόημα η σύγκριση, πρέπει να γνωρίζουμε αν οι αποδόσεις παρουσιάζονται πριν ή μετά τις χρεώσεις και αν περιλαμβάνουν όλες τις επιβαρύνσεις που επωμίζονται τα μέλη. Ένα χαρτοφυλάκιο μπορεί να εμφανίζει «καθαρή» απόδοση επειδή έχουν ήδη αφαιρεθεί τα έξοδα των υποκείμενων επενδυτικών προϊόντων, αλλά να υπάρχουν πρόσθετες χρεώσεις που αφαιρούνται ξεχωριστά από τον λογαριασμό του μέλους. Χωρίς αυτή τη διευκρίνιση, η σύγκριση μπορεί να είναι παραπλανητική.
Προσωπικά, όταν αξιολογώ ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, δεν περιορίζομαι στην ιστορική του απόδοση. Θέλω να γνωρίζω πού ακριβώς επενδύονται τα χρήματα, ποια είναι η κατανομή μεταξύ μετοχών, ομολόγων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, ποια η γεωγραφική διασπορά και πόσο εύκολα μπορούν να ρευστοποιηθούν οι επενδύσεις. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν ένα Ταμείο έχει μεγάλη συγκέντρωση σε ακίνητα ή άλλες επενδύσεις περιορισμένης ρευστότητας, καθώς αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Εξετάζω επίσης πώς συμπεριφέρθηκε το χαρτοφυλάκιο σε περιόδους πτώσης των αγορών. Δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε δύο αποδόσεις χωρίς να εξετάζουμε τον κίνδυνο που αναλήφθηκε για να επιτευχθούν.
Το ίδιο ισχύει και για τις χρεώσεις. Μια χαμηλή αμοιβή διαχείρισης δεν σημαίνει απαραίτητα χαμηλό συνολικό κόστος. Ένας πάροχος μπορεί να παρουσιάζει ανταγωνιστική χρέωση για το συνταξιοδοτικό σχέδιο, αλλά ταυτόχρονα να επενδύει σε αμοιβαία κεφάλαια ή άλλα προϊόντα που διαχειρίζεται ο ίδιος ή συνδεδεμένη εταιρεία. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχουν πρόσθετες αμοιβές, οι οποίες συχνά ενσωματώνονται στην αποτίμηση των υποκείμενων επενδύσεων και δεν είναι άμεσα εμφανείς.
Αντίστοιχα, ένα Ταμείο Προνοίας μπορεί να συνεργάζεται με Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), Διαχειριστή Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ) ή άλλον επαγγελματία διαχειριστή, ο οποίος χρεώνει τις υπηρεσίες του. Εάν στη συνέχεια τα κεφάλαια επενδύονται σε ETFs ή αμοιβαία κεφάλαια, προκύπτουν ενδεχομένως και πρόσθετες επιβαρύνσεις. Γι’ αυτό η σύγκριση πρέπει να καλύπτει ολόκληρη την επενδυτική δομή και όχι μόνο την αμοιβή που εμφανίζεται στην αρχική προσφορά.
Για μένα, αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αξιολόγησης. Θέλω να γνωρίζω όχι μόνο πόσο χρεώνει ο πάροχος, αλλά και ποια προϊόντα χρησιμοποιεί, ποιος τα διαχειρίζεται και ποιος τελικά αμείβεται. Η επιλογή προϊόντων του ίδιου παρόχου ή συνδεδεμένων εταιρειών δεν είναι απαραίτητα προβληματική, μπορεί όμως να δημιουργεί συγκρούσεις συμφερόντων που πρέπει να γνωστοποιούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.
Η συνολική σύγκριση πρέπει να περιλαμβάνει τα έξοδα διοίκησης, διαχείρισης, θεματοφυλακής, συναλλαγών, τις αμοιβές ενδιάμεσων διαχειριστών και τα έξοδα των υποκείμενων επενδυτικών προϊόντων. Ένας δείκτης όπως το Total Expense Ratio (TER) μπορεί να βοηθήσει, αρκεί να είναι ξεκάθαρο ποιες χρεώσεις περιλαμβάνει και ποιες όχι. Χρειάζεται επίσης προσοχή ώστε να μη μετράμε δύο φορές έξοδα που έχουν ήδη αφαιρεθεί από τις παρουσιαζόμενες αποδόσεις.
Στη συγκριτική αξιολόγηση στην οποία συμμετείχα, οι διαφορές στο συνολικό κόστος μεταξύ των εξεταζόμενων επιλογών δεν ήταν τόσο μεγάλες όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από τις αρχικές παρουσιάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ισχύει το ίδιο για όλους τους παρόχους. Επιβεβαιώνει, όμως, τη σημασία της αναλυτικής εξέτασης των χρεώσεων πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα.
Τελικά, δεν με ενδιαφέρει μόνο ποιος παρουσιάζει την υψηλότερη απόδοση ή τη χαμηλότερη χρέωση. Με ενδιαφέρει να μπορώ να εξηγήσω στον εργοδότη και στους εργαζομένους πού επενδύονται οι αποταμιεύσεις τους, ποιοι κίνδυνοι αναλαμβάνονται, πόσο πραγματικά κοστίζει η διαχείριση και ποιος αμείβεται από αυτήν.
6. Υπάρχει και τρίτη δυνατότητα; Τι ισχύει για τους αυτοτελώς εργαζομένους;
Η συζήτηση για τον δεύτερο συνταξιοδοτικό πυλώνα επικεντρώνεται κυρίως στους μισθωτούς και στα συνταξιοδοτικά σχέδια που προσφέρουν οι εργοδότες τους. Τι συμβαίνει όμως με τους αυτοτελώς εργαζομένους, όπως κομμωτές, αισθητικούς, τεχνίτες και άλλους επαγγελματίες που εργάζονται για δικό τους λογαριασμό, χωρίς να διαθέτουν εργοδότη ο οποίος να καταβάλλει εισφορές σε συνταξιοδοτικό σχέδιο;
Τα Ταμεία Προνοίας και τα ομαδικά ασφαλιστικά σχέδια Κλάδου VII βασίζονται κατά κανόνα σε επαγγελματικές ή συλλογικές διευθετήσεις. Η συμμετοχή αυτοτελώς εργαζομένων σε τέτοια σχέδια μπορεί να είναι δυνατή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ανάλογα με το νομοθετικό πλαίσιο, τη δομή του σχεδίου και τους όρους συμμετοχής. Στην πράξη, ωστόσο, οι διαθέσιμες επιλογές δεν είναι πάντοτε εξίσου εύκολα προσβάσιμες σε όσους εργάζονται ανεξάρτητα.
Μια πρόσθετη δυνατότητα αποτελεί το Πανευρωπαϊκό Ατομικό Συνταξιοδοτικό Προϊόν (Pan-European Personal Pension Product – PEPP), το οποίο θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1238. Πρόκειται για ένα εθελοντικό, ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν που επιτρέπει τη δημιουργία συμπληρωματικών αποταμιεύσεων χωρίς να απαιτείται η συμμετοχή εργοδότη. Απευθύνεται τόσο σε αυτοτελώς εργαζομένους όσο και σε μισθωτούς ή άλλα πρόσωπα που επιθυμούν να αποταμιεύουν προσωπικά για τη συνταξιοδότησή τους.
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του PEPP είναι η ευρωπαϊκή του διάσταση, καθώς προβλέπει μηχανισμούς φορητότητας για αποταμιευτές που μετακινούνται μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, η λειτουργία του υπόκειται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις ενημέρωσης, διαφάνειας και προστασίας των αποταμιευτών.
Στην Κύπρο έχει θεσπιστεί το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, με αρμόδια αρχή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για τις προβλεπόμενες αρμοδιότητές της. Ωστόσο, η ύπαρξη του θεσμικού πλαισίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι υπάρχει ευρεία προσφορά τέτοιων προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Η πραγματική διαθεσιμότητα, οι όροι συμμετοχής, η φορολογική μεταχείριση και οι περιορισμοί ανάληψης πρέπει να εξετάζονται ανά προϊόν και πάροχο.
Το PEPP δεν αποτελεί άμεσο υποκατάστατο ενός επαγγελματικού Ταμείου Προνοίας ή ενός ομαδικού ασφαλιστικού σχεδίου Κλάδου VII. Ανήκει κατά βάση στον τρίτο συνταξιοδοτικό πυλώνα, δηλαδή στην προσωπική συνταξιοδοτική αποταμίευση, και μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις υπόλοιπες συνταξιοδοτικές παροχές.
Το ουσιαστικό ζήτημα, επομένως, είναι να διασφαλιστεί ότι η δυνατότητα δημιουργίας συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από το αν κάποιος εργάζεται σε μια επιχείρηση που προσφέρει οργανωμένο συνταξιοδοτικό σχέδιο. Η διεύρυνση των διαθέσιμων επιλογών, σε συνδυασμό με την κατάλληλη ενημέρωση και τη χρηματοοικονομική παιδεία, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της συνταξιοδοτικής ασφάλειας μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού.
7. Το συμπέρασμα: Περισσότερη αποταμίευση, καλύτερη προστασία και πάνω απ’ όλα διαφάνεια
Η ενίσχυση του δεύτερου συνταξιοδοτικού πυλώνα είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της συνταξιοδοτικής επάρκειας στην Κύπρο. Δεν αρκεί, όμως, να αυξηθεί απλώς ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετέχουν σε συνταξιοδοτικά σχέδια. Χρειάζεται να διασφαλίσουμε ότι οι επιλογές που τους προσφέρονται είναι αξιόπιστες, ότι οι αποταμιεύσεις τους διαχειρίζονται σωστά και ότι τα δικαιώματά τους προστατεύονται αποτελεσματικά.
Από την ανάλυση που προηγήθηκε, γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει μία συνταξιοδοτική λύση κατάλληλη για όλους. Τα πολυεπιχειρησιακά Ταμεία Προνοίας, τα ασφαλιστικά σχέδια Κλάδου VII και τα ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, πλεονεκτήματα και περιορισμούς. Η επιλογή πρέπει να γίνεται με βάση τις ανάγκες των ενδιαφερομένων και όχι μόνο τις αποδόσεις ή τις χρεώσεις που παρουσιάζονται.
Θεωρώ επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αποταμιευτικής κουλτούρας δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στα φορολογικά κίνητρα. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι να ενθαρρύνουμε τη συμμετοχή στον δεύτερο πυλώνα. Ένα παράδειγμα είναι η αυτόματη εγγραφή των εργαζομένων σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά σχέδια (auto-enrolment), όπως εφαρμόζεται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σε ορισμένα συστήματα, οι εργαζόμενοι εγγράφονται αυτόματα, διατηρώντας το δικαίωμα να εξαιρεθούν. Πρόκειται για μια προσέγγιση που αξίζει να εξεταστεί και στην Κύπρο, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες των επιχειρήσεων και τις ιδιαιτερότητες της αγοράς εργασίας.
Ένα ακόμη θέμα που, κατά την άποψή μου, αξίζει να επανέλθει στη συζήτηση είναι η εποπτεία. Η δημιουργία κοινής εποπτικής αρχής για τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα Ταμεία Προνοίας είχε εξεταστεί στο παρελθόν, αλλά δεν προχώρησε. Ίσως είναι καιρός να δούμε ξανά κατά πόσο μια περισσότερο ενοποιημένη εποπτική προσέγγιση θα μπορούσε να συμβάλει στην καλύτερη λειτουργία του δεύτερου πυλώνα. Δεν θεωρώ απαραίτητο να εφαρμόζονται πανομοιότυποι κανόνες στα ΙΕΣΠ και στον Κλάδο VII. Θεωρώ, όμως, σημαντικό να υπάρχουν κοινές βασικές αρχές διακυβέρνησης, διαφάνειας και διαχείρισης κινδύνων, ώστε οι εργαζόμενοι να απολαμβάνουν συγκρίσιμο επίπεδο προστασίας, ανεξάρτητα από το συνταξιοδοτικό σχέδιο στο οποίο συμμετέχουν.
Η Πολιτεία και οι εποπτικές αρχές έχουν ασφαλώς σημαντικό ρόλο, αλλά η ευθύνη δεν σταματά εκεί. Οι εργοδότες πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τις επιλογές που προσφέρουν στο προσωπικό τους και οι εργαζόμενοι να γνωρίζουν πού επενδύονται οι αποταμιεύσεις τους, ποιοι κίνδυνοι αναλαμβάνονται και ποια δικαιώματα διαθέτουν. Χωρίς σωστή ενημέρωση και εμπιστοσύνη, ακόμη και μια καλά σχεδιασμένη μεταρρύθμιση δύσκολα θα πετύχει τον σκοπό της.
Οι αποδόσεις μεταβάλλονται και οι χρεώσεις πρέπει πάντοτε να αξιολογούνται συνολικά. Η διαφάνεια, όμως, δεν θα πρέπει να αποτελεί απλώς ένα πρόσθετο πλεονέκτημα ενός συνταξιοδοτικού σχεδίου, αλλά βασική προϋπόθεση για την επιλογή του.
Γιατί, τελικά, οι συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις δεν αποτελούν απλώς μια επένδυση. Αποτελούν μέρος της μελλοντικής οικονομικής ασφάλειας των ανθρώπων που τις εμπιστεύονται στους επαγγελματίες της αγοράς.